…..όταν η ροδοζάχαρη συνάντησε το περγαμόντο. Ένα παραμύθι γλύκας και νοστιμιάς


Μαστίχα: Το πιο πολύτιμο δάκρυ στον κόσμο

Οι αναμνήσεις της παιδικής μας ηλικίας διανθίζονται από χρώματα, ήχους, γεύσεις και μυρωδιές. Είναι η κληρονομιά μας, τις κουβαλάμε μαζί μας σαν πολύτιμο απόκτημα μιας εποχής αθωότητας κι αγάπης. Ανάμεσα στις άλλες εντυπώνονται βαθιά μέσα μας σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης μας οι ενθυμήσεις από γλυκούς πειρασμούς, που ξυπνούσαν τις παιδικές προσδοκίες.    

Κανείς μας δεν μπορεί να ξεχάσει τη γλύκα και το χρώμα που είχε το κυδώνι γλυκό απλωμένο σε μια φέτα ψωμί, τη λαιμαργία που μας ξυπνούσε η μυρωδιά του φρεσκοψημένου αχνιστού βύσσινου, την απαλή βελούδινη αίσθηση που άφηνε στον ουρανίσκο το φιστίκι.   Η θύμηση μένει στην τιμωρία που έβαλε η γιαγιά όταν βουτήξαμε το χέρι στο βάζο με το συκαλάκι ή το νεραντζάκι, που φύλαγε καλά κρυμμένο στον μπουφέ. Μας κρατά συντροφιά η σκέψη από τις καταπληκτικές γιρλάντες που φτιάχναμε από νεράντζι ρολέ, που σε λίγο θα ψήνονταν για ν’ αποκτήσει το εξαίσιο, χρυσαφί του χρώμα.   

Κι ακόμα είναι οι αναμνήσεις μιας ιεροτελεστίας που ακολουθούνταν στο σερβίρισμα. Στον ασημένιο δίσκο στρωνόταν το κεντημένο δισκόπανο, έμπαινε πάνω το κρυστάλλινο βάζο, που περιείχε το θησαυρό- το γλυκό σταφύλι, καρυδάκι ή μελιτζανάκι, που σερβίρονταν με ασημένια κουταλάκια ή πιρουνάκια σε κρυστάλλινα πιατάκια, μικρούλικα σαν παιδικά παιχνίδια.   

Είναι ακόμα τα ανέκδοτα που λέγονταν στις βεγγέρες, για εκείνον τον ξωμάχο από τη Βόρεια Χίο που κατεβαίνοντας στη Χώρα σταμάτησε στο Μοναστήρι του Μερσινιδιού, για να ξαποστάσει. Ο Ηγούμενος τον δέχτηκε στο Αρχονταρίκι κατά τη μοναστηριακή συνήθεια και του πρόσφερε ροδοζάχαρη(γλυκό τριαντάφυλλο) στο βάζο. Ο ξωμάχος αγνοώντας, προφανώς, τις συνήθειες του σερβιρίσματος, έφαγε σχεδόν όλο το γλυκό, αφήνοντας πολύ λίγο μέσα στο βάζο και απολογητικά είπε στον Ηγούμενο: « Δεν αντέχω να φάω άλλο Γέροντα!». «Ευλογημένε» απάντησε ο Ηγούμενος «ένα κουταλάκι παίρνει ο κόσμος κι όχι ολόκληρο το βάζο!»   

Είναι κι η ιστορία τις μικρής θείας που όντας λιχούδα πήρε κρυφά το βάζο με το περγαμόντο το βράδυ στο κρεβάτι της και το πρωί αποκαλύφθηκε, από το σιρόπι που είχε απλωθεί στα ρούχα και τα σκεπάσματά της.

Είναι η γλύκα από συνταγές τις οποίες αντάλλασαν με περισπούδαστο ύφος οι νοικοκυρές, είναι κι εκείνα τα μικρά μυστικά που άλλες έλεγαν κι άλλες έκρυβαν ζηλότυπα, για το πώς το άνθος λεμονιάς μπορεί να πάρει ωραίο λευκό χρώμα, πώς δένει καλύτερα το σιρόπι στο μανταρίνι και πώς γίνεται τραγανό το κεράσι.   

Είναι όλη η επίπονη και απαιτητική διαδικασία για να φτιαχτεί η μανταρινάδα, η βυσσινάδα και η πορτοκαλάδα και όταν το καλούσε η περίσταση – γάμος, βάπτιση, γιορτή- για να γίνει η περίφημη σουμάδα.    

Όλες αυτές οι αναμνήσεις ξυπνούν και ζωντανεύουν, μας κλείνουν πονηρά το μάτι και μας καλούν να τις ξαναζήσουμε. Τώρα που ο χρόνος είναι λιγοστός και πολύτιμος και οι γυναίκες εργάζονται έξω από το σπίτι όλα αυτά τα αναζητούμε, όχι πια στην κουζίνα της γιαγιάς, αλλά δοκιμάζοντας τα γλυκά και τους χυμούς της εταιρείας Κοράκης- Μαρίνος.

Είναι προϊόντα που με περισσή φροντίδα φτιάχνουν για μας κρατώντας την παράδοση, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να δοκιμάσουμε και να χαρούμε μια μεγάλη ποικιλία από γεύσεις. Και είναι γεύσεις- αναμνήσεις, ευωδιές μιας παράδοσης, που εξακολουθεί ακμαία να δένει σαν σιρόπι γλυκό το παρελθόν με το παρόν μας.